Κυριακή 22 Απριλίου 2018

Οι αλλαγές στις φορολογικές δηλώσεις

Οι αλλαγές στις φορολογικές δηλώσεις
Δυσάρεστες εκπλήξεις κρύβουν τα έντυπα των εφετινών φορολογικών δηλώσεων, που ήδη ετοιμάστηκαν από το υπουργείο Οικονομικών και πρόκειται να ξεκινήσει η συμπλήρωσή τους λίγο μετά το Πάσχα από 8.000.000 μισθωτούς, συνταξιούχους, αγρότες, επαγγελματίες και εισοδηματίες.
Νέοι κωδικοί προστέθηκαν και άλλοι αφαιρέθηκαν, ενώ τα πάνω κάτω έρχονται στη συμπλήρωση του εντύπου Ε3 που αφορά επαγγελματίες, επιτηδευματίες και επιχειρήσεις, καθώς πλέον η καταγραφή των δαπανών θα είναι αναλυτική.
Ωστόσο, τα πρώτα βήματα για ξεχωριστή υποβολή φορολογικών δηλώσεων μεταξύ συζύγων έγιναν από εφέτος, αφού πλέον τα ποσά των αποδείξεων για το χτίσιμο του αφορολογήτου θα αναγράφονται σε δύο ξεχωριστούς κωδικούς αντί σε έναν, όπως ήταν όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Μεγάλοι χαμένοι όσοι το 2017 είχαν αποδείξεις από δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Η έκπτωση φόρου 10% που ίσχυε έως πέρυσι πλέον καταργήθηκε και οι αποδείξεις από ιατρικές επισκέψεις και αγορά φαρμάκων θα προστίθενται στις υπόλοιπες καταναλωτικές δαπάνες και θα λαμβάνονται υπόψη για την εξασφάλιση έκπτωσης φόρου από 1.900 ευρώ (άγαμοι χωρίς παιδιά) έως 2.100 ευρώ (έγγαμοι με 3 παιδιά και άνω).
Βάσει των αλλαγών στη φορολογική νομοθεσία, από 1.1.2017 έπαψε να ισχύει η έκπτωση φόρου για ιατρικές δαπάνες. Ήταν ένα ισχυρό κίνητρο στους φορολογουμένους να ζητούν αποδείξεις από τους γιατρούς για να περιοριστεί η εκτεταμένη φοροδιαφυγή που έχουν καταγράψει οι φοροελεγκτικές υπηρεσίες και το ΣΔΟΕ.
Για παράδειγμα, αν κάποιος είχε το 2016 εισόδημα 20.000 ευρώ και ελάχιστες δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης το 5% του εισοδήματος, δηλαδή 1.000 ευρώ, η εφορία του έκανε έκπτωση φόρου το 10% των 1.000 ευρώ, δηλαδή 100 ευρώ. Αν και το συγκεκριμένο ποσό δεν θεωρείται σημαντικό κίνητρο ώστε κάποιος να ζητήσει απόδειξη από τον γιατρό και όχι μεγαλύτερη «έκπτωση» κάτω από το τραπέζι, ωστόσο αποτελούσε ένα μέτρο για την πάταξη της φοροδιαφυγής που πλέον δεν υφίσταται.
Έτσι, η έκπτωση αυτή μέσω της κατάργησής της μετατρέπεται σε φορολογική επιβάρυνση, καθώς οι πολίτες θα πληρώσουν εφέτος αυξημένο φόρο.